Μια ιστορία «νομισματικής μεταρρύθμισης»

Σχεδόν δύο χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Στάλιν, έπειτα από σχεδιασμό μηνών, προχώρησε στη λεγόμενη «νομισματική μεταρρύθμιση» και στην υποτιθέμενη κατάργηση των γνωστών κουπονιών για αγορά προϊόντων, σχέδιο που κόστισε δισεκατομμύρια ρούβλια στον ήδη γονατισμένο από τον πόλεμο σοβιετικό λαό. Μέσα σε μια νύχτα, μεταξύ 14 και 15 Δεκεμβρίου 1947, οι πολίτες της ΕΣΣΔ έχασαν αρκετά λεφτά αφού για κάθε δέκα παλαιά ρούβλια που κατείχαν πήραν ένα νέο ρούβλι.

Η απόφαση για την ανταλλαγή είχε ληφθεί μία ημέρα νωρίτερα, στις 13 Δεκεμβρίου του 1947, από το Πολίτμπιρο, το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Προέβλεπε ένα περισσότερο πολύπλοκο σύστημα για τις καταθέσεις: Οσοι είχαν στην τράπεζα λιγότερα από 3.000 ρούβλια δεν θα έχαναν τίποτα. Οσοι είχαν καταθέσει από 3.000 έως 10.000 ρούβλια πήραν δύο νέα ρούβλια για κάθε τρία παλαιά. Για καταθέσεις άνω των 10.000 ευρώ η σχέση ανταλλαγής ήταν ένα νέο ρούβλι για κάθε δύο παλαιά.

Η απόφαση του Πολίτμπιρο είχε μια πολύ μεγάλη εισαγωγή στην οποία υποτίθεται πως εξηγούσε τους λόγους της «νομισματικής μεταρύθμισης». Στόχος ήταν, όπως αναφέρονταν, να πληγούν «κερδοσκοπικά στοιχεία τα οποία έχουν συσσωρεύσει μεγάλο πλούτο». Επρόκειτο φυσικά για ψέμα ολκής, όπως αναφέρει και ο ιστορικός Oleg V. Khlevniuk στην τελευταία βιογραφία του Στάλιν, αφού οι εύποροι της Σοβιετικής Ενωσης ήταν σε θέση να μετατρέψουν τα ρούβλια σε άλλες μορφές επένδυσης ώστε να αποφύγουν το «κούρεμα». Ιδιαίτερη αναφορά γίνονταν και στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν «τα λαϊκά στρώματα» στις καπιταλιστικές χώρες του πλανήτη. Ο ίδιος ο Στάλιν είχε παρέμβει στο τελικό κείμενο της απόφασης για να προσθέσει πως επρόκειτο για «την τελευταία θυσία» του Σοβιετικού λαού.

Για να γίνει η ανταλλαγή παλαιών με νέα ρούβλια είχε προηγηθεί προετοιμασία μηνών, υπό άκρα μυστικότητα. Για παράδειγμα, τα νέα χαρτονομίσματα και κέρματα αφού τυπώθηκαν δεν διανεμήθηκαν σε καταστήματα της Gosbank αλλά σε ειδικές αποθήκες που είχαν δημιουργηθεί σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ενωση. Όταν ήρθε η ώρα της ανταλλαγής, παράλληλα με τα υποκαταστήματα της Gosbank λειτούργησαν και 46.000 ανταλλακτήρια στα οποία εργάστηκαν 170.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τον Khlevniuk.
Όμως η μυστικότητα δεν ήταν αρκετή για να διατηρήσει την ψυχραιμία μεταξύ του πληθυσμού. Οι φήμες φούντωσαν όταν οι μισθοί και οι συντάξεις για το δεύτερο 15θημερο του Νοεμβρίου καταβλήθηκαν νωρίτερα. Χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες του σχεδίου οι πολίτες άρχισαν να μετατρέπουν τα ρούβλια σε αγορές καταναλωτικών προϊόντων, κοσμημάτων ή άλλων πολυτελών ειδών με αξία μεταπώλησης.

Στις 29 Νοεμβρίου ο υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων Sergei Kruglov ενημέρωσε τον Στάλιν πως οι καταναλωτές στριμώχνονταν στα καταστήματα για να αγοράσουν πράγματα και στις τράπεζες για να σηκώσουν τα λεφτά τους. Τα ράφια άρχισαν να αδειάζουν ενώ ακόμα και αντικείμενα που μέχρι πρόσφατα δεν είχαν ζήτηση άρχισαν να πωλούνται. Σύντομα ήταν δύσκολο να βρεις έπιπλα, ενώ οι καταναλωτές αγόραζαν γούνες, ρολόγια, χρυσαφικά, πιάνα, κλπ. Την επόμενη ημέρα ο Kruglov ενημέρωσε τον Στάλιν πως εκατοντάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί έξω από τα καταστήματα της Μόσχας από νωρίς το πρωί.

Κάτοικοι από γειτονικές περιοχές εφορμούσαν στα τραπεζικά υποκαταστήματα με τις ουρές να πλησιάζουν τους 500 ανθρώπους. Ηδη τα περισσότερα καταστήματα είχαν κλείσει με το επιχείρημα της εξάντλησης των αποθεμάτων ή της ανακαίνισης (!) ενώ όσα παρέμεναν ανοικτά είχαν κρύψει π.χ. τα χρυσαφικά. Ορισμένα είχαν κλείσει επειδή πράγματι δεν είχαν πλέον τι να πωλήσουν.

Στις 2 Δεκεμβρίου η κατάσταση δεν είχε αλλάξει. Απλώς οι πολίτες, που δε μπορούσαν να βρουν καταναλωτικά προϊόντα, είχαν πλέον στραφεί στα μουσικά όργανα, κλπ. Κατάστημα που πωλούσε έξι πιάνα το χρόνο είδε να αγοράζονται 11 μέσα σε δύο ημέρες! Η έλλειψη βιομηχανικών προϊόντων έστρεψε τους Σοβιετικούς προς την αγορά τροφίμων μακράς διαρκείας όπως λουκάνικα, κονσέρβες, καραμέλες, ζάχαρη και τσάι. Αμέσως εκδόθηκε εντολή ώστε να φύγουν από τα ράφια τα συγκεκριμένα προϊόντα! Τα εστιατόρια ήταν γεμάτα από πελάτες που ήθελαν να δαπανήσουν τα ρούβλια τους τα οποία σύντομα θα είχαν ούτως ή άλλως ελάχιστη αξία.

Το ενδιαφέρον, γράφει ο Khlevniuk, ήταν το γεγονός πως οι Αρχές δεν προχώρησαν σε αυστηρά αστυνομικά μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου. Από τις αρχές Δεκεμβρίου είχε παρατηρηθεί αύξηση των μικροκαταθέσεων καθώς οι πολίτες μοίραζαν τα λεφτά τους σε λογαριασμούς με μικρότερα ποσά ώστε να μη χάσουν από τη σχέση ανταλλαγής (ή να χάσουν τα λιγότερα).

Όταν στις 2 Ιανουαρίου 1948 ο Στάλιν έλαβε την έκθεση για το αποτέλεσμα της «νομισματικής μεταρρύθμισης» αναφέρονταν πως από τα 59 δισ. ρούβλια που βρίσκονταν σε κυκλοφορία, τώρα είχαν μείνει μόλις τέσσερα. Οι καταθέσεις σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς είχαν περιοριστεί από 18,6 σε 15 δισεκατομμύρια. Η μείωση των τιμών ακόμα και σε προϊόντα πρώτης ανάγκης δεν ακολούθησε τη σχέση ανταλλαγής στο ρούβλι. Η υποχώρηση περιορίστηκε 83% της προηγούμενης τιμής (όταν η σχέση ανταλλαγής ήταν ένα νέο ρούβλι για δέκα παλαιά) με την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών να έχει στην ουσία εξανεμιστεί.

Στην ίδια βιογραφία του Στάλιν περιλαμβάνεται και ένα γράμμα από ρωσική πόλη, μετά τη «νομισματική μεταρρύθμιση», σύμφωνα με το οποίο: «Σήμερα είναι η έκτη ημέρα στη σειρά που η γυναίκα μου περίμενε στην ουρά για ψωμί από τις δύο το πρωί μέχρι τις δέκα, αλλά, δυστυχώς, και τις έξι ημέρες γύρισε στο σπίτι χωρίς ψωμί».

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s