Πως το «Μπορεί» γίνεται ένα πικρό «Οχι»

Ακόμα και οι πλέον φανατικοί υποστηρικτές του μνημονίου δυσκολευόνται να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που επαναλαμβάνουν μονότονα οι πολίτες οι οποίοι πληρώνουν με αιματηρές θυσίες την αναξιοπιστία του πολιτικού μας προσωπικού: «Αν ψηφιστεί το νέο μνημόνιο, θα σωθούμε από τη χρεοκοπία;» αναρωτιούνται οι καλοπροαίρετοι που κρατούν με νύχια και με δόντια τη δουλειά τους, έχουν ακόμα χρήματα για την οικογένεια, έχουν λίγες υποχρεώσεις ώστε να τους αρκούν οι πετσοκομένες συντάξεις.

    Η απάντηση είναι ένα «μπορεί» το οποίο μεταφράζεται σε ένα πικρό «όχι». Και είναι «όχι» για λόγους που γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν την υποκριτική στάση της κυβέρνησης στα δυόμισι χρόνια εξουσίας και την αδυναμία της να συγκρατήσει την κάθετη πτώση της οικονομίας. Οι περισσότερες θέσεις ευθύνης ελέγχονται από το κόμμα που μοίραζε επιδόματα "κοινωνικής αλληλεγγύης" το Δεκέμβριο του 2009 και στη συνέχεια έσερνε τη χώρα στο ΔΝΤ ως σπάταλη, διεφθαρμένη και "Τιτανικό". Ο υπό διάλυση κυβερνητικός συνασπισμός απλώς έδωσε μια μικρή παράταση χρόνου σε όσους εδώ και δεκαετίες αρμέγουν το δημόσιο ταμείο σε βάρος των αφελών που μοχθούν.

    Το «όχι» συνδέεται και με κάτι άλλο που έχουν εντοπίσει όσοι παρακολουθούν την κουβέντα και τα υποτιθέμενα παζάρια των τελευταίων ημερών. Οι άνθρωποι δεν συζητούν για το τι πρέπει να πράξουν αυτοί, ως πολιτικά υπεύθυνοι, για να βγει η χώρα από το βάλτο. Δεν ανταλλάσουν απόψεις πάνω σε μια ρεαλιστική συνταγή που θα δώσει σήμερα στην αγορά «πως πιάσαμε πάτο» ώστε να αλλάξει η ψυχολογία, να αναπτερωθούν οι ελπίδες.

    Αντίθετα συζητούν σε μαραθώνιες συνεδριάσεις για τη δοσολογία σε ένα φάρμακο που επιβάλλουν οι δανειστές μας οι οποίοι απλώς ενδιαφέρονται να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Οσο και αν δε αρέσει στους «ρεαλιστές» που απαντούν «μνημόνιο» στο ερώτημα «μνημόνιο ή επιστροφή στη δραχμή», αυτή είναι η αλήθεια. Πρώτο μέλημα της τρόικας είναι η επιστροφή των δανεικών στους διεθνείς οίκους και τους οργανισμούς από τους οποίους δανειστήκαμε για να «αιμοδοτήσουμε» τους κομματικούς στρατούς, τους εργολάβους και τους άλλους προμηθευτές του δημοσίου (βλέπε το πάρτι με τις προμήθειες στα νοσοκομεία) επί δεκαετίες.

    Ακριβώς επειδή επί δυόμισι χρόνια απλώς μοιρολογούν, τώρα δεν τους παίρνει κανείς στα σοβαρά. Γι' αυτό και οι απαιτήσεις της τρόικας διευρύνονται μετά από κάθε ραντεβού. Οι δανειστές αντιμετωπίζουν την αναξιοπιστία των πολιτικών μας με πιέσεις για ολοένα και μεγαλύτερες θυσίες από τους πολίτες. Ενδεχομένως επειδή γνωρίζουν πως η κυβέρνηση μέχρι σήμερα, υπό το πέπλο της «διαφάνειας» και «των αναγκαστικών περικοπών που επιβάλλει το μνημόνιο» έκοβε από χαμηλοσυνταξιούχους και μισθωτούς για να προστατεύσει τους κομματικούς φίλους. Γνωρίζουν, επίσης, πως κανένα μέτρο περικοπής δαπανών δεν εφαρμόστηκε με ειλικρίνια. Οπότε επιστρέφουν κάθε φορά στα γνωστά «κόψτε μισθούς, κόψτε συντάξεις», ενώ λίγες ώρες νωρίτερα δήλωναν πως δεν θα υπάρξουν νέες επιβαρύνσεις στα συνήθη υποζύγια.

    Το «μπορεί» στο ερώτημα «θα σωθούμε;» θα γίνεται «όχι» όσο συνεχίζεται η φαιδρότητα με του που θα βρεθούν 300.000.000  ευρώ όταν έχουν κόψει δισεκατομμύρια από την αγορά, τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Πως το «Μπορεί» γίνεται ένα πικρό «Οχι»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s