Γελωτοποιοί

Εδώ και περίπου δύο χρόνια αρκετοί Ελληνες πίστευαν ότι  η κυβέρνηση και η πολιτική μας τάξη γενικότερα θα κατάφερνε να εξηγήσει πως το παραμύθι των τελευταίων 200 χρόνων τελείωσε. Πως θα κατάφερνε να παρουσιάσει ένα υποτυπώδες σχέδιο για την επόμενη ημέρα, πριν φτάσουμε στο χείλος του γκρεμού. Πως το πολιτικό σύστημα θα φρόντιζε να πείσει την πρώην εκλεκτή πελατεία του, που σήμερα ξημεροβραδιάζεται στο Σύνταγμα, για τις αλλαγές οι οποίες θα της επιτρέψουν να διατηρήσει τμήμα της πλασματικής ευημερίας που απόλαυσε τα τελευταία 30 χρόνια.

Και όμως. Ακόμα και σήμερα οι πολιτικοί μας αρνούνται να εξηγήσουν το αυτονόητο: Πως «ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού και της εκποίησης της χώρας».

Οπως γράφει και ο Παν. Κονδύλης (στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού»), «αυτή η άτεγκτη οικονομική αλήθεια ισχύει ανεξάρτητα από το κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα της διανομής των βαρών και της ιεράρχησης των στερήσεων».

Τα πολιτικά μας κόμματα επικεντρώνουν τη συζήτηση αποκλειστικά στη διανομή των βαρών και την ιεράρχηση των στερήσεων (π.χ. του μνημονίου, του μεσοπρόθεσμου, κλπ), ενώ αποφεύγουν οποιαδήποτε ουσιαστική αυτοκριτική και αναπτυξιακή πρόταση.

Τα διάφορα αποσπασματικά περί μείωσης φορολογικών συντελεστών (της ΝΔ του Αντ. Σαμαρά) ή των άμεσων και ταχύτατων ιδιωτικοποιήσεων (της κας Ντ. Μπακογιάννη και νεοφιλελεύθερων, πρώην υπουργών, που γεύτηκαν για χρόνια το πελατειακό κράτος, όπως ο κ. Ανδρ. Ανδριανόπουλος) δεν αποτελούν πρόταση για μοντέλο ανάπτυξης της χώρας.

 Οι περιπέτειες του «Ζάππειο 1», «Ζάππειο 2», κλπ δείχνουν την προχειρότητα με την οποία η αξιωματική αντιπολίτευση αντιμετωπίζει την πιο κρίσιμη στιγμή στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Οι υποκριτικές κορώνες περί διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, την ίδια ώρα που ετοιμάζεται η 5η (6η😉 αλλαγή του φορολογικού νομοσχεδίου σε δύο χρόνια, δείχνουν τις πραγματικές δυνατότητες της κυβέρνησης που έχει εδώ και μήνες σηκώσει τα χέρια.

Ούτως ή άλλως οι άνθρωποι απλώς προωθούσαν νομοσχέδια προκειμένου να καλύπτουν (τυπικά) τις απαιτήσεις του μνημονίου. Ουδείς μπήκε στον κόπο να εξηγήσει γιατί πρέπει να γίνουν οι αλλαγές και να πιέσει για την ουσιαστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.

Σε ποιους τομείς πρέπει να επικεντρωθούμε επειδή διαθέτουμε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα; Μπορούμε (και πρέπει;) να ενισχύσουμε τον παρασιτικό (σήμερα) αγροτικό μας τομέα, η παρακμή του οποίου μας αναγκάζει να εισάγουμε ακόμα και προϊόντα που μέχρι πριν λίγα χρόνια εξάγαμε; Πως  προστατεύσουμε το φυσικό κάλλος (όσο έχει απομείνει από τα αυθαίρετα) της χώρας και παράλληλα θα ενισχύσουμε το τουριστικό μας προϊόν; Πως αξιοποιούμε την παγκόσμια υπεροχή των Ελλήνων πλοιοκτητών (αν μπορούμε…) οι οποίοι απολαμβάνουν απίστευτων φορολογικών προνομίων;

Ο Παν. Κονδύλης δεν ήταν αισιόδοξος το 1991, όταν έγραφε το σχετικό δοκίμιο. «Οσο άτεγκτη όμως και αν είναι (σ.σ. η ανάγκη αλλαγής πορείας για το ελληνικό οικονομικό μοντέλο), οι πολιτικές και ψυχολογικές ανάγκες που την απωθούν είναι ακόμα ισχυρότερες» γράφει. «Πλατειές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου τους «λάδωσαν το άντερό τους» και επιπλέον απέκτησαν και τη μεθυστική συναίσθηση του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή, θα αρνούνται πάντα να τη συνειδητοποιήσουν, όπως επίσης θα αρνούνται να την ξεστομίσουν και την την κάμουν γνώμονα των πράξεών τους κόμματα, την οποίων πρώτη έγνοια ήταν, είναι και θα είναι η νομή της εξουσίας προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών τους».

Οσοι σήμερα σκούζουν για το «ξεπούλημα» των δημοσίων επιχειρήσεων μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, ξεχνούν πως το πολιτικό μας σύστημα εκποίησε προ πολλού το κράτος και το παρέδωσε στους συνδικαλιστές και στους ευνοούμενους των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Αλλά ούτε και αυτό δεν τολμά να ξεστομίσει η κυβέρνηση, στελέχη της οποίας με ύφος βαρυπενθούσας χήρας δηλώνουν πως «πουλάμε αναγκαστικά» την ήδη εκποιηθείσα (στην κομματική πελατεία) κρατική περιουσία επειδή μας το επιβάλλει η Τρόικα, οι δανειστές, κλπ.

Στη χώρα όπου, κατά τον Κονδύλη, «οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης» δε μπορείς να έχει και πολλές ελπίδες…

 

 *Η εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» κυκλοφόρησε πρόσφατα ως ξεχωριστό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» με τίτλο «Οι Αιτίες της Παρακμής της Σύγχρονης Ελλάδας». Αξίζει να το διαβάσετε.

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Γελωτοποιοί

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s